Τελευταίες μέρες πριν την άδειά μου και το μόνο που σκέφτομαι είναι να βρω μια σπηλιά να κρυφτώ.
Υπάρχουν άραγε ακόμα σπηλιές στην Ελλάδα ακατοίκητες; Μπα.....
- να ήταν μια μικρή παραλία μ’ενα δωματιάκι κι έναν κήπο μπροστά να πήγαινα να αράξω.
- σαν το σπίτι στους Παξούς... με θάλασσα όμως...
Εχω εδώ και μήνες την ασφάλεια ότι η χαρά δεν θα κρατήσει πολύ. Θα έρθουν οι γνωστές μαύρες και δύσκολες μέρες πάλι.
Αυτός ο φόβος που δεν μου φεύγει ποτέ. Ότι κάτι θα γίνει και θα χαλάσει την ηρεμία.
Είμαι 42 χρονών και με λένε Ελένη.
Πέρασα τα περισσότερα χρόνια μου ψάχνοντας για λάθος πράγματα και όταν τα βρήκα τα έφτυσα. Τώρα πια περνάω τον καιρό ψάχνοντας να βρω ποια είναι τα πράγματα που πρέπει ν’αρχίσω να ψάχνω. Αν το πρώτο μου πήρε 42 χρόνια, το δεύτερο στατιστικά άντε να μου πάρει κάτι τις λιγότερο. Το αποτέλεσμα πάντως είναι πως θα φτάσω 60 για ν’αρχίσω να ψάχνω...
Μια γυναίκα μόνο ξέρει να σου πει, μια γυναίκα που αγάπησε πολύ.... Τραγουδάει η Ρίτα με σιγουριά.
Εγώ ή δεν είμαι γυναίκα ή δεν ξέρω να σου πω ή δεν αγάπησα πολύ. Το αποτέλεσμα το ίδιο και το αυτό.
Ανεβαίνω τα σκαλιά για να φτάσω στο γραφείο και σταματάω στην μέση, ξανακατεβαίνω και παίρνω το ασανσέρ.Στο καθρέφτη κοιτάω το παντελόνι που τονίζει την θηλυκότητα μου και το κουμπί του 1ου που τονίζει την δική του.
Κοφτές σκέψεις. Ανάρμοστες για τόσο πρωί. Κοτούλα λυράτη με ζαρωμένα βλέφαρα. Η κρέμες που υπόσχονται αιώνια νεότητα σε μένα δεν κράτησαν τις υποσχέσεις τους.
Προχθές το βράδυ ξύπνησα ιδρωμένη. Μετά από 35 χρόνια κατάλαβα γιατί τον φοβάμαι. Το Αποστόλη. Έμενε με την μαμά του και τον αδερφό του στο διπλανό διαμέρισμα. Η μάνα του κοντή χοντρή και κόκκινη σαν μπαταρία ucar. Ο αδερφός κούκλος και γλυκό παιδί.
Ο Αποστόλης προβληματικός. Καθυστερημένος λίγο αλλά με την έννοια του περιθωριακού. Οχι του βλάκα.
Η πολυκατοικία γεμάτη παιδάκια. Μεγαλώναμε σε μια αυλή 15 πιτσιρίκια. 16 διαμερίσματα- 15 πιτσιρίκια.
Τα απογεύματα γινόταν χαμός. Φωνές, μπάλες, κλάματα, μύξες και ταπεράκια με κεφτεδάκια και πουρέ πήγαιναν κι ερχόντουσαν.
Οι «μεγάλοι» λίγο πιο ’κει να κρυφοκαπνίζουν και να γκομενίζουν κι εμείς τα μικρά να ’χουμε ξεπατωθεί στο σκοινάκι, στο ποδόσφαιρο και στο κυνηγητό.
Δεν υπήρχαν αγορίστικα και κοριτσίστικα παιχνίδια. Μπουλούκι παίζαμε, όλα μαζί.
Υπήρχε κι ένα μικρό μαντράκι λίγο πιο δίπλα που χώριζε την αυλή από το διπλανό χαμόσπιτο. Κι εκεί καθόμασταν. Πηδάγαμε πάνω, σπάγαμε τα μούτρα μας, καθόμασταν με τις ώρες και κακοποιούσαμε σαλιγκάρια. Οι πιο ψηλοί, την Άνοιξη, κόβανε και μούσμουλα και βάφονταν κίτρινοι για να κάνουν ομάδα. Εγώ δεν βαφόμουν γιατί σιχαινόμουν την μυρωδιά αλλά έμπαινα στην ομάδα πάντα τιμής ένεκεν ή τελοσπάντων, ύψους ένεκεν.
Δεν ήμουν ποτέ κοριτσάκι με την κλασσική έννοια. ’Η τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Μόνιμα με μια μπάλα, να βρίζω, να φωνάζω και να φτύνω τα γόνατά μου να καθαρίζει το αίμα να μην το δεί η μαμά. Ήμουν 7 χρονών κι έδειχνα 15. Κατάξανθο, ψηλό, τσουπωτό και μόνιμα θυμωμένο. Κοιτάω τις λίγες φωτογραφίες από τότε και βλέπω μια τσαντίλα σ’αυτό το κοριτσάκι, έναν τσαμπουκά... «θα σας σκίσω όλους» το βλέμμα....
Κάποια στιγμή ανακαλύψαμε το κρυφτό. Χαλαρά στην αρχή, κρυβόμασταν πίσω από δέντρα, κάτω από σκουπίδια, πίσω απ’το μαντράκι. Το καλύτερό μου ήταν το μαντράκι. Πρώτον γιατί «πίσω απ΄το μαντράκι» σήμαινε «έξω απ’το μαντράκι», δηλαδή έξω απ΄τα όρια του επιτρεπτού.. στην απαγορευμένη ζώνη! αλλά και δεύτερον γιατί σπάνια να «τα φύλαγε» κάποιος πιο ψηλός από μένα οπότε και σπάνια με έβρισκε!
Σιγά - σιγά γίναμε πιο δημιουργικοί. Βγήκαμε παραέξω. Κρυβόμασταν κάτω από αυτοκίνητα, μέσα στον σκουπιδοτενεκέ, στην είσοδο της πολυκατοικίας, στο ασανσέρ (η Μαρίνα είχε χωρέσει στο κουτί της ΔΕΗ με τις ασφάλειες που κρεμόταν στον τοίχο φάτσα από την πόρτα της εισόδου) και τέλος στο μηχανοστάσιο, στην ταράτσα.
Η καλύτερη κρυψώνα ήταν αυτή. Την άφηναν πάντα τελευταία γιατί ήταν μακρυά. Άσε που μέχρι να ανέβεις εκεί πάνω (3 όροφοι απ' τις σκάλες) όλο και κάποια μαμά θα σε μάζευε στην διαδρομή για να φας/πλυθείς/κάτσεις-και-λίγο-ήσυχος-επιτέλους!
Εκεί λοιπόν ένα απόγευμα λαχανιάζοντας απ' την ζέστη ανέβηκα να ξεγελάσω τον Νεκτάριο που «τα φύλαγε». Κι εκεί ήταν ο Αποστόλης.
Δεν τον φοβόμουνα τότε. Τον ήξερα, του μίλαγα. Καθόταν κάτω στο τσιμέντο, ακουμπισμένος στην πράσινη λαδομπογιά της πόρτας του μηχανοστάσιου. Καθόταν και κάπνιζε. Του έκανα «σσσσσσσσ» να μην με μαρτυρήσει.
Δεν ξέρω πως, μετά απο λίγο βρέθηκα πάνω στα πόδια του να με κουνάει με δύναμη πάνω στο παντελόνι του. Τότε δεν κατάλαβα. Κατάλαβα όμως οτι δεν πρέπει να το πω πουθενα.
Αυτό έγινε κάνα δυό φορές ακομα. Την τελευταία με έσπρωχνε τόσο δυνατά που πονούσα απο τις ραφές του τζην του που ήταν ασυνήθιστα σκληρές.
Δεν ξανανέβηκα ποτέ στο μηχανοστάσιο να κρυφτώ. Η πόρτα του σπιτιου του ήταν δίπλα στην δικιά μας και ακόμα και τώρα πάντα μπαίνω ή βγαίνω πολύ βιαστικά. Τωρα απλώς καταλαβαίνω. Τότε μόνο τον φοβόμουν.
Το ασανσέρ φτάνει. Αυτό το παντελόνι δεν θα το ξαναφορέσω ποτέ με σφίγγει τόσο πολύ, σαν και τότε.
Καθομαι στο γραφείο, παίρνω διακριτικά ένα ψαλίδι και το σκίζω...
"πω πω τι έπαθα, θα καλέσω ένα ταξί να πάω να αλλάξω"
"είναι 4 η ώρα, μην ξαναγυρίσεις μωρέ"
"4; πήγε κιόλας 4;"
Τοσο πολύ μου πήρε να αποφασίσω να το σκίσω...
εδω, θα μου πεις, μου πήρε 35 χρόνια να θυμηθώ τον Αποστόλη.
Στο ταξί αναρωτήθηκα πολλές φορές: σε τέτοιες περιπτωσεις, είναι σωστό να λες θεός σχωρέστον;
Ποιος ξέρει, εμένα πάντως δεν μου έβγαινε. Κι ήμουν 7 χρόνων τότε. Κι είμαι 42.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου