Τετάρτη, Απρίλιος 06, 2011

Requiem

Καμιά φορά αισθανόταν οτι οι μουσική δεν την χωραγε πια.
Μεγάλωσε μεσα σ'αυτήν, την έμαθε, την υπηρέτησε αλλά δεν την άντεχε πια.
Καθε φορά που ακουγε σχεδόν οποιαδήποτε μελωδία βούρκωνε. Κι έτσι, σιγα-σιγα, σταμάτησε να ακούει το οτιδήποτε. Εκλεισε σε ντουλάπια τα ραδιόφωνα και τα cd-player, έβαλε κι έναν πολιτικό σταθμό στο αυτοκίνητο κι έτσι ένοιωθε πιο ασφαλής.
Απέφευγε κάθε επαφή. Ακόμα και τυχαία να ερχόταν κάτι στα αυτιά της άρχιζε να μιλάει δυνατότερα ή να ζητά να το χαμηλώσουν ή ακόμα-ακόμα έφευγε - με μια δικαιολογία- μακρυα.
Θυμάται πριν 15 χρόνια, πριν ακόμα κάνει τα παιδιά της, πόσο χαιρόταν/ξέσπαγε/συγκινιόταν με συγκεκριμένες μελωδίες, με συγκεκριμένους στιχουργούς. Τωρα όλα αυτά ήταν μαχαιριές. Μικρές μικρές μαχαιριές στον λαιμό που ανέβαζε λυγμούς.

.................

Απο τον Απρίλη του '86 που χώρισε με τον Βάσο ήταν όλα απολύτως τακτοποιημένα στο μυαλό της. Είχε σφαλίσει όλες τις μνήμες και είχε χωρίσει σε μικρά κουτάκια όλα τα γεγονότα, με τέτοιο τρόπο που να μην χωράει αμφιβολία για το ορθό της απόφασης. Ούτως ή άλλως ήταν κι απο μόνα τους όλα υπέρ της. Εκείνος έσφαλε, εκείνη δεν είχε χρόνο για χάσιμο.
Χωρισμένα σε κουτάκια έτσι ήταν: σωστά και αλφαδιασμένα.
Γυρνώντας όμως εκείνο το απογευμα με το ταξί άκουσε σιγανα μια μελωδία... Un Año de Amor...
και τα κουτάκια άνοιξαν.

..................


Κι' αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω -
αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια·
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,
η μέραις του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,
ταις λέξεις και ταις φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν
εις όποιο θέμα κι' αν περνώ, όποιαν ιδέα κι' αν λέγω.

..................

15 μέρες μέτα πρωϊ και βράδυ, όλη μέρα, δεν σταματούσε να τον σκέφτεται. Ο Βάσος είχε γίνει κάτι σαν φαντασμα στο κεφάλι της και την στοιχειωνε. Αποφασισε λοιπόν να του γράψει. Ειχε κρατήσει μια επαφή (αυτή της υπεράνω, της "εγω σε συγχώρησα") και άρχισε να γράφει το "υπεράνω" μεϊλ της. Της απάντησε σύντομα. Και του ξανέγραψε. Κι εκείνη ακομα πιο άνετα την 2η φορά, μα εκείνος καθυστέρησε να απαντήσει και περάσαν μέρες και τρελάθηκε. Και ήρθε μια αφορμή να καθυστερήσει κι εκείνη την απάντηση και τώρα; 10 μέρες μετά κι αυτός δεν έχει γράψει... και ειναι Σαββάτο βράδυ και είναι μόνη και κλαίει κλαίει κλαίει. Κλαιει γιατι νιώθει μόνη, γιατί ξέρει πια πού έκανε λάθος, γιατί θα ήθελε να γυρίσει το χρόνο πίσω.
Αλλά 15 χρόνια είναι πολλά. Δεν της απάντησε ακόμα, ίσως αυτή η Αννα να είναι τελικά γυναίκα του πια-δεν πρόλαβε να ρωτήσει- ίσως να μην υπάρχει ίχνος πια μέσα του απο εκείνη, την "Βούλα του" όπως την φώναζε...
Μόνο σ'αυτόν το επέτρεπε... Παρασκευή την έλεγαν και σε όποιον άρεσε. Για 'κεινον μόνο, Βούλα.

..................


- Μιά φορά τη βρίσκεις την αγάπη στή ζωή σου,
Άν τό 'πιασες τό γαλάζιο πουλί, πάει καλά. Μ'άν τό άφησες να φύγει άπ'τά χέρια σου, τί νά σού κάνε ή ομορφότερη γυναίκα του κόσμου;
Αδειάζει σιγάτό ποτήρι του καί προσθέτει:
-Ή ομορφότερη γυναίκα τού κόσμου είναι για όλο τον κόσμο. Μά για τον καθένα μας, δέν υπάρχει παρά μιά μονάχα γυναίκα στόν κόσμο...


.................
Η νύχτα έφυγε και ημέρεψε το χάλι της ο ήλιος. Δευτερο εικοσιτετράωρο άυπνη και τότε κατάλαβε. Κατάλαβε ή θυμήθηκε. Δεν είχε σημασία. Κατάλαβε τον φόβο, τον εγωϊσμό, τον πόνο. Την απογοήτευση και την ορφάνια. Και έκλαψε για εκείνον, μετά απο 15 χρόνια έκλαψε για τον δικό του πόνο, την δική του εγκατάλειψη. Την δική του ανάγκη. Εκλαψε βουβά, εσωτερικά και άδολα. Εκλαψε γιατί τώρα πια η δική του δύναμη της φαινόταν τεράστια και η δική της δειλία ασήκωτη. Και όσο περνούσε η ώρα τόσο και πιο πολλά θυμόταν. Λεπτομέρειες, ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Δεν μπορούσε να το πιστεψει κι η ίδια πόσες λεπτομέρειες. Ηξερε πως τον σκεφτόταν καθημερινά αλλά το'χε αποδωσει στο ιδιάζον της αφορμής. Αλλά δεν υπάρχουν αφορμές πια, υπάρχει μιά και μόνη αιτία.

................


Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μιά μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Οχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα
πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ' όχι -το σωστό- εις όλην την ζωή του.


...................

Ηταν 12 τ'απρίλη, κι εκείνη 25 χρονώ. Φέτος στις 6 του ίδιου μήνα μυρολογάει χωρίς κοινό. Τοτε όλα ήταν μαγικά, ευκολά και μεγάλα. Τώρα είναι αληθινά. Καθημερινά. Πραγματικά. Και δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο απο την πραγματικότητα. Μια ωμή, πεζή, απτή πραγματικότητα. Σ'αυτήν την επέτειο, αυτού του χωρισμού, η απώλεια της μαγείας ηρθε και συστήθηκε. Λες να θρηνούσε αυτό; αλλά... ε! κι αυτό δεν είναι λίγο. Κι άλλες λεπτομέρειες : Ευτυχισμένη; την είχε ρωτήσει. Και τότε του απάντησε με μεγάλη ευκολία. Και ειλικρίνεια. Τωρα για ρώτα την, αν μπορείς. Καταφερε να σταθεί αγέρωχη, να τον λυγίσει αλλά ξέχασε να σταματήσει να στέκεται. Και τώρα πια, μέρα με την μέρα, την φάγαν τα κύμματα.

....................


Σαν η γης αρρώστησε κι' οι ουρανοί σκοτείνιασαν και τα δάση σάπισαν απ' την βροχή,
ήρθε καβάλα ο πεθαμένος μιά χινοπωριάτικη μέρα, να ξαναδεί ότι είχε αγαπήσει.


.....................

Τωρα πια ηρέμησε. Φοβήθηκε λίγο αλλά ηρέμησε. Κατάλαβε πως μόνο να περιμένει μπορεί. Μια αναλαμπή, μια ηλιακτίδα την τυφλώσει. Μονο να περιμένει. Αλλωστε κι εκείνος είχε πει "Μα δεν θα μ'αφήσεις ποτέ να φύγω..." Αρκεί μόνο να το θυμάται. Θα το θυμάται. Και μια μέρα θα καταλάβει. Πως τον έσπρωξε να φύγει αλλά εκείνη ακόμα στέκεται. Πως τα πόδια της μάτωσαν να στέκεται αγέρωχη. Πως πρέπει να την πάρει αγκαλιά να την ξαπλώσει. Και πως ακόμα κι αν εκείνος δεν το θέλει εκείνη θα συνεχίσει να στέκεται.

....................

Γιατί αλλιώς τι νόημα θα είχε; Να θρηνείς έναν χωρισμό 15 χρόνια χωρίς ποτέ να λυτρώνεσαι;




Un Año de Amor