H Selfie

Ανέβηκε τα σκαλιά ένα-ένα με το αγκομαχητό να αρχίσει να γίνεται εμφανές και ενοχλητικό. Πρόσεχε πάντα την εμφάνισή της και τον τρόπο που κουνιόταν και περπάταγε. Στην ηλικία της, οι μικρές λεπτομέρειες ήταν αυτές που πρόδιδαν αυτό που ήθελε να κρατήσει μυστικό. Είχε γεράσει.

Δυσκολευόταν πια να περπατήσει με λίγο τακούνι και για να σηκωθεί από τον καναπέ έπρεπε να βοηθήσουν και τα χέρια , να σπρώξουν την πονεμένη μέση της. Οι ώμοι δεν στήριζαν ούτε αυτοί όπως παλιά και όλα μαζί την δυσκόλευαν τόσο που πια δεν μπορούσε εύκολα να το κρύψει.

Στη γειτονιά την ήξεραν ως "η Ματίνα η τρελή". Τα παιδιά συχνά της φώναζαν στο μπαλκόνι "Ματίνα Ματίνα είσαι σαν καμπίνα". Κι εξαγριωνόταν η Ματίνα, και πετάγονταν οι φλέβες της στο κούτελο και ούρλιαζε στα καλόπαιδα, κατάρες και βρισιές. Και γέλαγαν τα παιδιά και τρέχανε ευτυχισμένα.

Πριν 2 μήνες η Ματίνα έβαψε και τα μαλλιά της ξανθά. 5 τρίχες είχε όλες κι όλες κι αυτές ξασμένες αλλά κάπου άκουσε πως στον Θανάση αρέσουν οι ξανθές και αναθάρρησε. Πήρε λοιπόν δανεικά από τη μάνα της, έκλεισε ραντεβού σε μια φίλη της κομμώτρια και μετά από 2 ώρες έγινε μια ξανθιά "οπτασία" έτοιμη να σαγηνεύει το Θανάση. Μεγάλος ο έρωτάς της για το Θανάση. Μεγάλος κι ανεκπλήρωτος. Τα βράδια τον σκεφτόταν, τα μεσημέρια τον σκεφτόταν, κάθε τρεις και λίγο στο μυαλό της ήταν ο Θανάσης σαν χαλασμένο δόντι που την πονάει ελαφριά αλλά σταθερά. Από τότε που τον πρωτοείδε - πριν 18 χρόνια- τον ερωτεύτηκε και δεν έπαψε ποτέ να τον περιμένει. Τα καλοκαίρια βαφόταν, καλοπιζόταν, φορούσε το ειδικά κρατημένο για την περίσταση λουλουδάτο μπλουζάκι (της μάνας της ήταν από τις ρομαντικές εποχές, τότε που οι κλαρωτές οι φούστες και τα λουλουδάτα μπλουζάκια ήταν της μόδας) και πήγαινε και στηνόταν έξω από τη δουλειά του. Δήθεν τυχαία να τον πετύχει. Τον πετύχαινε που και που και κατάφερνε από μια λέξη, από ένα βλέμμα, να πλάσει μια ολόκληρη ιστορία στο διαταραγμένο κεφάλι της για να την πει μετά στη γειτονιά και να κάνουν όλοι ότι την πιστεύουν.

Την προπερασμένη βδομάδα η κυρά Τασία από τη διπλανή αυλή της φώναξε "μωρή Ματίνα τι έγινε; Πότε θα μας γνωρίσεις το Θανάση;" και γέλια πνιχτά μέσα απ'τα παράθυρα οι άλλες γειτόνισσες κι ο άντρας της Κα Τασίας να φωνάζει "Άστην την κακομοίρα βρε Τασία, κρίμα άρρωστη γυναίκα". Και μαζευόταν η Ματίνα κι έκλαιγε κρυφά και έπλαθε κι άλλες ιστορίες στο μυαλό της, εκδίκησης και μεγαλείου και δικαίωσης και "θα σας δείξω εγώ, σε όλους! θα τρίβετε τα μάτια σας, εγώ θα γελάσω τελευταία!" Και κόντρα σχέδια στο μυαλό και όλα με εκείνη στο τέλος να γελάει τελευταία. Πέρναγαν οι μέρες και τα χρόνια από πάνω της έτσι, με φαντασίες και πειράγματα, πότε αθώα και πότε όχι.

Μια μέρα πήρε τη μεγάλη απόφαση. Με φρεσκοβαμμένο μαλλί, με τη λουλουδάτη μπλούζα, με μια σακούλα σπόρια που συνήθιζε να μασουλάει και με καινούργιες ανατομικές σαγιονάρες από το φαρμακείο να μπορεί να περπατάει ανάλαφρη, πήγε και στήθηκε αποφασισμένη έξω από το γραφείο του Θανάση. Περίμενε πως θα στηθεί αρκετή ώρα εκεί και ήταν προετοιμασμένη για αυτό. Είχε καταστρώσει το τέλειο σχέδιο που θα τους έκλεινε επιτέλους τα στόματα, να δουν πως δεν είναι τρελή, να γελάσει αυτή τελευταία. Έβγαλε το κινητό από την φθαρμένη τσάντα, βεβαιώθηκε ότι θυμάται πως ανοίγει η φωτογραφική μηχανή και περίμενε υπομονετικά πότε θα βγει ο Θανάσης. Και να γελάει μέσα της χαρούμενη και να γυρνάει το κεφάλι δώθε-κείθε χαριτωμένα και ανυπόμονα, και να ρίχνει και κάνα λιόσπορο στα περιστέρια. Και βγαίνει ο Θανάσης και η καρδιά της πάει να σπάσει - αχ θα προλάβαινε; θα βγει όμορφη και νέα; όλα θα πάνε κατ'ευχήν,έχει το δίκιο με το μέρος της. Σηκώνει απότομα το κινητό και με το χέρι ψηλά καταφέρνει να βγάλει τον εαυτό της και από πίσω το Θανάση να περνάει κοιτώντας με ενδιαφέρον τα κορδόνια του. Κλικ. Γύρισε το κεφάλι ο Θανάσης. Κλικ. Χαμογέλασε πιο πλατιά η Ματίνα. Κλικ. Γυρνάει ότι δήθεν τον φωνάζει. Κλικ. Γελάει ο Θανάσης. Κλικ
- Καλημέρα Ματίνα
- Καλημέρα Θανάση (κι εγώ σ'αγαπώ)

Μα είναι ευτυχισμένη και τα κατάφερε! θα σκάσουν οι γειτόνισσες, θα βουλώσουν πολλά στόματα, θα δικαιωθεί επιτέλους και τα παιδιά δεν θα την πειράζουν.
Η μάνα της στο σπίτι βόγκαγε πάλι από τους πόνους και την άκουσε από την γωνία να φωνάζει δυνατά "Μωρή Ματίνα; που γυρίζεις πάλι μωρή αλλοπαρμένη; Ματινααααα;" αλλά σήμερα τίποτα δεν την ένοιαζε. Ούτε η μάνα, ούτε τα πειράγματα, ούτε τα πόδια που δεν την κράταγαν ν'ανέβει τα λίγα σκαλιά για το σπίτι. Κι έκανε και τόση ζέστη, και το μακιγιάζ της δεν θα κράταγε για πολύ ακόμα, έπρεπε να φτάσει σπίτι, να δροσιστεί και να δει τις φωτογραφίες με τον αέρα της νικήτριας. Βόλεψε τη μάνα της γρήγορα-γρήγορα μ'ενα ουρλιαχτό και κάνα δυο κατάρες μαζεμένες (στάσου ακίνητη, στάσου εκεί να πέσει απάνω σου η κατάρα μου, κακούργα μάνα, Μήδεια, στάσου εκεί να σε βρει ο κεραυνός του Δία - η εκδίκηση της Ήρας. Κακούργα μάνα). Η μάνα δεν σταμάταγε και η Ματίνα αναγκάστηκε να πάρει πιο δραστικά μέτρα.
Στάθηκε στην μέση του δωματίου κοιτώντας ανατολικά, καθάρισε με τα χέρια τον αέρα σαν να κυνηγούσε 2 αόρατους δράκους και απήγγειλε με δυνατή φωνή:

Καρφώνω το μυαλό σου και τρυπάω το λογισμό σου
Αναστασία γέννα της Μαλαματίνας
να σκέφτεσαι και να κάνεις μόνο αυτό που σου λέω εγώ
Αναστασία γέννα της Μαλαματίνας
είτε είσαι ξύπνια είτε κοιμάσαι θα σκέφτεσαι αυτό που σου είπα
γι’αυτό κάντο! Κάντο! Κάντο τώρα!

Αναστασία ήταν η μάνα της. Στάσα την φώναζαν αλλά στις κατάρες και στις ευχές πάντα μπαίνουν τα βαφτιστικά - όλοι το ξέρουν αυτό. Και τη γιαγιά της Μαλαματίνα,σαν την ίδια. Και επιτέλους σταμάτησε τα βογγητά και τις φωνές. Μα πάντα πιάνει αυτό το ξόρκι, ποτέ δεν την πρόδωσε, ποτέ. 

Έβγαλε τα παπούτσια και σωριάστηκε -επιτέλους- στο κρεβάτι . Το κινητό που ήταν; που είναι ο θησαυρός; α ναι, νάτο στο μπροστά τσεπάκι. Με λαχτάρα είδε μία-μία τις φωτογραφίες και με ανακούφιση διάλεξε δύο . Μια που φαινόταν το χαμόγελο του Θανάση και το μισό της πρόσωπο και μια άλλη που ήταν προφίλ και κυμάτιζαν 3 ξανθές τούφες, με το Θανάση πάλι πίσω να κοιτάει προς το μέρος της. Ευτυχία, ανακούφιση και λαχτάρα. Ήταν όμορφη και ο Θανάσης δίπλα της. Σχεδόν της ακουμπούσε τα ξέμπλεκα μαλλιά - μα πόσο όμορφη είναι με το ξανθό, σκέφτηκε, πόσο ταιριάζουν με το Θανάση. Το απόγευμα θα πήγαινε στην Τασία δίπλα, δήθεν να πάρει ένα σκόρδο. Πολύ της "έμπαινε" η Τασία, λες και ήταν ίσα κι όμοια. Σήμερα θα την έβαζε στη θέση της όμως, θα της έκλεινε το στόμα μια και καλή, θα γελούσε επιτέλους τελευταία. Ήταν ευτυχισμένη. Τα μάτια βάραιναν από τη ζέστη και την κούραση αλλά δεν την ένοιαζε.
Βολεύτηκε καλύτερα στο κρεβάτι, γύρισε πλάγια, σαν βρέφος και έκλεισε για λίγο τα μάτια να ξεκουραστεί. Κι έτσι, σαν παιδάκι, με την σκέψη και τη μυρωδιά του Θανάση στα ρουθούνια, με την περηφάνια της φτερωτής νίκης στην ψυχή, με τα παιδιά να την χαιρετούν με θαυμασμό και τις γειτόνισσες να την κοιτάνε με ζήλια, έπιασε το χέρι του Θανάση και προχώρησαν μαζί, μέχρι που πια δεν έβλεπε τα κορμιά τους. Μέχρι που όλα τα κάλυψε βαρύ σκοτάδι και άπνοια. Μέχρι που αποκοιμήθηκε με την μεταλλική γεύση του λίθιου και την γλυκιά μυρωδιά του Θανάση. Και γέλασε, πλατιά και λαμπερά. Γέλασε τελευταία.




Από το Blogger.

Disclaimer

I would like to apologize to anyone I have not offended. Please be patient. I will get to you shortly.

Φίλοι και γνωστοί

Αρχείο

Αναγνώστες

Follow by Email

eXTReMe Tracker






.